Η συνεξάρτηση

July 9, 2023 Stella Thomou Comments Off

Η συνεξάρτηση είναι ένα φαινόμενο που έχει τις ρίζες του στην παιδική ηλικία και μπορεί να περάσει από γενιά σε γενιά. Αρχικά, ο όρος “συνεξάρτηση” χρησιμοποιούνταν για τις καταστάσεις όπου τα μέλη μιας οικογένειας ή του άμεσου περιβάλλοντος εξαρτώνταν από την παρουσία προβληματικών εθισμών στο αλκοόλ ή τη χρήση ναρκωτικών ουσιών. Ωστόσο, σήμερα η έννοια αυτή έχει επεκταθεί.

Πλέον, η συνεξάρτηση αναφέρεται σε μια ευρύτερη έννοια και αφορά διάφορες προϋποθέσεις και περιβάλλοντα όπου οι άνθρωποι εξαρτώνται από άλλους για την ευημερία, την ψυχολογική υγεία και την αυτο-αξιοπρέπεια τους. Μπορεί να αναφέρεται σε σχέσεις εξάρτησης από οικογενειακά μέλη, φίλους, συνεργάτες ή κοινότητες.

Τον τελευταίο καιρό, ο όρος “συνεξάρτηση” έχει επεκταθεί για να περιλαμβάνει κάθε μορφή συνεξάρτησης που παρατηρείται σε δυσλειτουργικές οικογένειες ή σχέσεις. Αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν οικογένειες με γονέα που αντιμετωπίζει ψυχικά προβλήματα, ναρκισσιστικές δυσλειτουργικές οικογένειες ή οικογένειες με μέλη που αντιμετωπίζουν άλλες μορφές εξάρτησης. Οι τελευταίες μπορεί να σχετίζονται με τη λήψη τροφής (όπως η ανορεξία, η βουλιμία ή η υπερβολική κατανάλωση τροφής), με την εργασία (εργασιομανία), με τον υπερβολικό καταναλωτισμό (ψώνια), με την κατάχρηση ουσιών, με τον εθισμό στο σεξ, στην πορνογραφία, στα βιντεοπαιχνίδια, στο διαδίκτυο, στον τζόγο, στην τηλεόραση, στη θρησκεία και στη σωματική άσκηση.

Μια συνεξαρτημένη προσωπικότητα, όταν για οποιονδήποτε λόγο τελειώσει η σχέση της συνεξάρτησής της, συνήθως εμπλέκεται ξανά σε μια παρόμοια σχέση πλήρους εξάρτησης με ένα άλλο προβληματικό άτομο. Αυτό σημαίνει ότι το άτομο αυτό σχεδόν πάντα συγχέει την αγάπη με τη φροντίδα και επαναλαμβάνει το εσωτερικό του δράμα.

Η συνεξάρτηση αντικατοπτρίζει την ανάγκη για εγγύτητα που έχει χαθεί. Η δημιουργία στενών σχέσεων με άλλους ανθρώπους προϋποθέτει την ικανότητά μας να θέσουμε όρια και να σεβόμαστε τον εαυτό μας, πέρα από τον άλλον ως ξεχωριστό άτομο, λαμβάνοντας υπόψη και τις δικές μας ανάγκες. Συχνά συμβαίνει να χρησιμοποιούμε τους άλλους για να καλύψουμε τις προσωπικές μας ανάγκες, αλλά αυτό δεν έχει καμία σχέση με την αγάπη. Ακόμα και η αγάπη έχει τις δικές της προσδοκίες, αλλά είναι πολύ σημαντικό να μπορούμε να διακρίνουμε την αληθινή αγάπη από την ανάγκη που προκύπτει από εξάρτηση.

Συνεξάρτηση σημαίνει όταν είμαστε τόσο εξαρτημένοι από ένα άλλο άτομο, με έναν βαθμό εθισμού, και το άτομο αυτό είναι εξίσου εξαρτημένο από εμάς. Η εξάρτηση του συνεξαρτημένου ατόμου από τον άλλον είναι τόσο ισχυρή που αντιλαμβάνεται ως ζήτημα επιβίωσης και, γι’ αυτόν τον λόγο, η συνύπαρξη προσπαθείται να επιτευχθεί με οποιονδήποτε τρόπο και μέσον.

Ένα συνεξαρτημένο άτομο αναλαμβάνει την απόλυτη ευθύνη για την ευημερία άλλων ατόμων, αντιμετωπίζοντας παράλληλα δυσκολίες στο να ενδιαφερθεί για τον εαυτό του και τις προσωπικές του ανάγκες. Η βοήθεια και η φροντίδα προς τους άλλους έχουν απόλυτη προτεραιότητα και, συνεπώς, αρχίζει να διαμορφώνεται η αίσθηση ότι η ίδια αξίζει και αισθάνεται καλά μόνο όταν φροντίζει και υποστηρίζει άλλους, προκειμένου αυτοί να νιώθουν καλά.

Όταν ένα συνεξαρτημένο άτομο αναλαμβάνει την ευθύνη για την ευημερία του άλλου, αισθάνεται άμεσα εμπλεκόμενο και υπεύθυνο για όλα όσα συμβαίνουν. Αυτό συνεπάγεται ψυχική αγωνία και φθορά, καθώς τα προβλήματα συνεχίζουν να επαναλαμβάνονται χωρίς να επιλύονται.

Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι εάν δεν αντιμετωπιστεί επαρκώς αυτός ο τρόπος λειτουργίας, προκαλεί σοβαρά προβλήματα και μεγάλη ψυχική επιβάρυνση. Σε μια προσπάθεια να ανακουφιστεί από αυτήν την επιβάρυνση, το άτομο μπορεί να αναπτύξει εξάρτηση από διάφορες παρενέργειες, πέρα από τις συνήθεις σχέσεις εξάρτησης. Αυτές μπορεί να συμπεριλαμβάνουν την επιδοτούμενη τροφή, τη διασκέδαση, το αλκοόλ, ναρκωτικές ουσίες, το σεξ, τον τζόγο, την ανάγκη για επιτυχίες ή επιδόσεις και άλλα.

Επιπλέον, η συνεξάρτηση οδηγεί επίσης σε προβληματική σχέση με το σεξ και τη σεξουαλικότητα γενικά. Το σεξ μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο για τη μετατροπή επώδυνων συναισθημάτων, για τον έλεγχο του εαυτού, για αυτοτιμωρία ή για τιμωρία άλλων.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, η συνεξάρτηση αρχίζει να διαμορφώνεται κατά την παιδική ηλικία με στόχο την ευκολότερη προσαρμογή, επιβεβαίωση, αποφυγή συγκρούσεων ή απόκτηση αγάπης. Αυτή η στάση μπορεί να είναι αναγκαία και στρατηγική επιβίωσης κατά την παιδική ηλικία, αλλά όταν συνεχίζεται και στην ενήλικη ζωή, προκαλεί σοβαρές δυσκολίες στη δημιουργία αυθεντικών διαπροσωπικών σχέσεων που βασίζονται στην εγγύτητα, την ειλικρίνεια, την ελεύθερη βούληση, τον αλληλοσεβασμό και αυθεντικά αισθήματα αγάπης, αντί για ψευδαισθήσεις, προβολές, καταναγκασμούς και άκαμπτη συνεξαρτηση.

Όταν ένα παιδί ανατρέφεται σε ένα άκαμπτο και δυσλειτουργικό οικογενειακό περιβάλλον, αναγκάζεται να αναλάβει την ευθύνη τόσο για τη δική του ζωή όσο και για την ανεπάρκεια των γονιών του, παρόλο που δεν έχει ακόμα τις απαραίτητες προϋποθέσεις και την ανάλογη ωριμότητα. Η ανάληψη αυτής της ευθύνης για την ανεπάρκεια των γονιών προκαλεί αισθήματα ενοχής και ντροπής. Ένα παιδί που μεγαλώνει υπό αυτές τις συνθήκες εμφανίζει έντονα αισθήματα προσωπικής απαξίας και ανεπάρκειας, είτε συνειδητά είτε υποσυνείδητα, καθώς δεν του παρείχαν την απαραίτητη αποδοχή, φροντίδα, αγάπη και σεβασμό που κάθε παιδί χρειάζεται.

Ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το να ζούμε μέσω κάποιου άλλου ανθρώπου, προσαρμοζόμενοι πλήρως στις καταστροφικές συμπεριφορές και επιλογές του, αποτελεί αυτοθυσία και συνεξάρτηση, και όχι μια έκφραση αγάπης που πηγάζει από ελεύθερη βούληση.

Τα άτομα που δημιουργούν σχέσεις συνεξάρτησης συνηθέστατα είναι:

Παιδιά γονέων οι οποίοι έδιναν μεγάλη βαρύτητα στην εφαρμογή συγκεκριμένων άκαμπτων κανόνων παρά στο κτίσιμο μιας στενής, τρυφερής και ζεστής συναισθηματικής σχέσης που να δημιουργεί ένα αίσθημα αποδοχής, ασφάλειας και εμπιστοσύνης.

Συγγενικά πρόσωπα ατόμων με διαφόρων μορφών ιδιαίτερα προβληματικής συμπεριφοράς που να αφορούν στη λήψη τροφής, στην εργασία, στην καθαριότητα, στα τυχερά παιχνίδια, στον καταναλωτισμό, στη δίαιτα, στο κάπνισμα, στη σωματική άσκηση, στη νοσηρή θρησκευτική προσκόλληση, στη σιωπή ως μέσο τιμωρίας και στον ασφυκτικό έλεγχο.

Συγγενικό πρόσωπο ατόμου με σοβαρό χρόνιο νόσημα

Συγγενικό πρόσωπο με σοβαρό ψυχικό νόσημα

Συγγενικό πρόσωπο ατόμου με εγκληματική/παραβατική συμπεριφορά

Συγγενικό πρόσωπο που το ίδιο έχει εκτεθεί σε διάφορες μορφές βίας (φυσικής, σεξουαλικής, ψυχικής) ή σε απειλές για άσκηση βίας.

Πρέπει να αναφέρουμε ότι το συγγενικό πρόσωπο – είτε είναι ερωτικός σύντροφος, παιδί, γονιός, αδελφός, άλλο συγγενής, φίλος ή συνάδελφος – απορροφάται και γίνεται μέρος της καταστροφικής συμπεριφοράς του δυσλειτουργικού ατόμου, προσαρμοζόμενο σε αυτήν και, με αυτόν τον τρόπο, μετατρέπεται σε συνεξαρτώμενο δορυφόρο. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι πίσω από κάθε συνεξάρτηση κρύβεται πάντα ένας τεράστιος φόβος.

Συνολικά, κάθε παιδί έχει ανάγκη να αντανακλάται στους γονείς του για να αναπτύξει το δικό του “εγώ” και μια σταθερή αίσθηση της ταυτότητάς του. Αυτό το αντανάκλασμα περιλαμβάνει τη δυνατότητα του παιδιού να εκφράζει ελεύθερα τα συναισθήματά του και να νιώθει ότι αποδέχονται, προσέχουν, ακούν και κατανοούν τις ανάγκες του.

Ένα άτομο που αναγκάζεται από μικρή ηλικία να εγκαταλείψει τον εαυτό του λόγω έλλειψης ασφάλειας, αποδοχής, επιβεβαίωσης και αγάπης, είναι πιθανό να αναπτύξει μια ανασφαλή ταυτότητα ως ενήλικας, ανεξάρτητα από το πώς φαίνεται προς τα έξω. Όσα δεν αποδέχεται ένας γονιός σε σχέση με τον εαυτό του, δεν μπορεί να τα αποδεχθεί και να τα αναγνωρίσει στο παιδί του, με αποτέλεσμα να προκύπτουν έντονες συγκρούσεις που προκαλούν σύγχυση και αίσθημα απόρριψης στο παιδί. Μέσω αυτής της διαδικασίας, το παιδί μαθαίνει να αρνείται τα συναισθήματα και οτιδήποτε δεν είναι αποδεκτό από τον γονέα.

Συνεχίζοντας, ένα παιδί που μεγαλώνει σε μια δυσλειτουργική οικογένεια αναγκάζεται να προσπαθεί να καταλάβει τι είναι φυσιολογικό ή μη, να ωριμάζει πέρα από την ηλικία του και να αναπτύξει φόβο για στενές συναισθηματικές σχέσεις. Αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες στη διαχείριση τους, όταν εμφανίζονται στη ζωή του.

Το παιδί αυτό αναγκάζεται να επιβιώσει μέσα σε ένα περιβάλλον που δεν του παρέχει τις βασικές ανάγκες ασφάλειας, αγάπης και αποδοχής. Αντί να αναπτύξει ένα σταθερό και αυθεντικό “εγώ”, το παιδί είναι υποχρεωμένο να προσαρμοστεί και να εξυπηρετήσει τις ανάγκες των δυσλειτουργικών γονέων του. Αυτό οδηγεί σε μια ανασφάλεια και σύγχυση σχετικά με την πραγματική ταυτότητά του.

Επίσης, το παιδί αναγκάζεται να καταπιέζει και να αρνείται τα δικά του συναισθήματα, γιατί αυτά δεν γίνονται αποδεκτά ή αναγνωρίζονται από τους γονείς του. Αυτή η απόρριψη των συναισθημάτων και των αναγκών του από τους γονείς του δημιουργεί ένα αίσθημα απόρριψης και ανασφάλειας στο παιδί. Αυτό οδηγεί το παιδί να αναπτύξει αντιμεταθετικές στρατηγικές επιβίωσης, όπως η κατάχρηση ουσιών, η ανεύθυνη συμπεριφορά ή η αποστασιοποίηση από τους άλλους.

Αυτό το παιδί μεταφέρει αυτές τις δυσλειτουργικές συμπεριφορές και πρότυπα στις ενήλικες σχέσεις του. Αντί να αναζητά υγιείς σχέσεις που βασίζονται στην εμπιστοσύνη και την ειλικρίνεια, μπορεί να προτιμά σχέσεις που είναι τοξικές και επαναλαμβάνουν τα μοτίβα από την παιδική του ηλικία.

Επιπλέον, οι δυσκολίες στη διαχείριση των συναισθημάτων και η έλλειψη ενός σταθερού πνευματικού υποστηρικτικού συστήματος μπορεί να οδηγήσουν σε αναπτυξιακά και ψυχολογικά προβλήματα, όπως η κατάθλιψη, η χαμηλή αυτοεκτίμηση και οι δυσκολίες στις σχέσεις.

Στην προσπάθειά του το παιδί να επιβιώσει, μπορεί να υιοθετήσει διάφορους ρόλους όπως:

Του «ήρωα», δηλαδή αυτού που είναι δυνατός, που καταφέρνει τα πάντα και που σώζει τον κόσμο

Του «κλόουν», δηλαδή αυτού που κάνει τα πάντα για να «ηρεμήσουν τα πνεύματα», για να «δημιουργήσει καλή διάθεση όπου κι αν βρίσκεται και για να αποφευχθούν οι συγκρούσεις

Του «αόρατου», δηλαδή αυτού που θέλει να καταλαμβάνει όσο το δυνατόν μικρότερο χώρο, να μην ενοχλεί και, αν είναι δυνατόν, να μη φαίνεται καν.

Του «αντάρτη», δηλαδή αυτού που δεν δέχεται όρια και υποδείξεις και που είναι επιθετικός και προκλητικός.

Ένα τέτοιο παιδί δημιουργεί αργότερα, στην ενήλικη ζωή του, δυσλειτουργικές σχέσεις, από τη στιγμή που έχει συνδέσει την αγάπη με το ανέφικτο και τη δυσλειτουργία.

Οι τρεις «χρυσοί» κανόνες που διέπουν τη ζωή ενός ενήλικου παιδιού είναι οι εξής:

Δεν θα μιλάς

Δεν θα νιώθεις

Δεν θα εμπιστεύεσαι κανέναν

Παιδιά που μεγαλώνουν σε δυσλειτουργικές οικογένειες και αντιμετωπίζουν προβλήματα όπως εξάρτηση, ναρκισσισμός, ψυχικές διαταραχές κλπ. αναπτύσσουν επιβιώσιμες στρατηγικές προσαρμογής, που οδηγούν σε συγκεκριμένα μοτίβα συμπεριφοράς και πιθανές δυσκολίες στις σχέσεις τους ως ενηλίκους.

Αυτά τα άτομα συχνά αντιμετωπίζουν προβλήματα όσον αφορά την επικοινωνία, την εγγύτητα και την αυτοεκτίμηση. Η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τους άλλους και η χαμηλή αυτοεκτίμηση αποτελούν τη βάση αυτών των δυσκολιών. Επίσης, επειδή δεν είχαν τη δυνατότητα να εκφράσουν τα συναισθήματά τους και να τα αποδεχθούν στην παιδική τους ηλικία, αναπτύσσουν μηχανισμούς επιβίωσης που επιτρέπουν τον έλεγχο και την προσαρμογή στις προσδοκίες του περιβάλλοντός τους.

Αυτό σημαίνει ότι δημιουργούν υπερευαίσθητους ανταγωνιστικούς μηχανισμούς που τους βοηθούν να ανιχνεύουν και να ερμηνεύουν τις προσδοκίες των άλλων προκειμένου να προσαρμόζονται ανάλογα. Μέσω αυτού του μηχανισμού, προσπαθούν να αισθανθούν ασφαλείς, κάτι που δεν τους παρείχαν οι γονείς τους, οι οποίοι ήταν απορροφημένοι από τα δικά τους προβλήματα.

Στην ουσία, αυτοί οι ενήλικοι που αντιμετώπισαν τέτοιες δυσκολίες στην παιδική τους ηλικία αναδεικνύονται ως επιζήσαντες. Ο έλεγχος γίνεται πρωταρχική ανάγκη για αυτούς, και η δημιουργία υπερευαίσθητων ανταγωνιστικών μηχανισμών είναι ένας τρόπος να προσαρμοστούν στο περιβάλλον και να αισθανθούν ασφαλείς. Αυτοί οι ενήλικες συχνά αντιμετωπίζουν προβλήματα στις μεταξύ τους σχέσεις, στην έκφραση των συναισθημάτων τους και στην ανάπτυξη συναισθηματικής ευαισθησίας.

Η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τους άλλους και η χαμηλή αυτοεκτίμηση αποτελούν πυρήνα των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν αυτοί οι ενήλικες που έχουν αναπτύξει αυτό το “ενήλικο παιδί” εσωτερικά τους. Οι δυσκολίες στις διαπροσωπικές σχέσεις είναι συχνές, καθώς η απόκτηση εμπιστοσύνης και η εκφρασή των αισθημάτων μπορεί να είναι προβληματικές για αυτούς.

Επιπλέον, η έλλειψη εμπιστοσύνης στον εαυτό τους και η χαμηλή αυτοεκτίμηση μπορεί να επηρεάσουν την ικανότητά τους να αντιμετωπίζουν δυσκολίες και προκλήσεις στη ζωή. Αυτοί οι ενήλικες μπορεί να αντιμετωπίζουν αμφιβολίες για τις ικανότητές τους και να έχουν περιορισμένη πίστη στην ικανότητά τους να ανταποκριθούν σε νέες καταστάσεις ή να αναλάβουν πρωτοβουλίες. Αυτό μπορεί να τους περιορίζει στην εξερεύνηση νέων ευκαιριών και στην επίτευξη των στόχων τους.

Ο ενήλικος που έχει αναπτύξει αυτό το “ενήλικο παιδί” μέσα του είναι πραγματικός επιζών. Αντιμετωπίζει μια έντονη ανάγκη για έλεγχο, και ένας τρόπος με τον οποίο την εκπληρώνει είναι μέσω της δημιουργίας υπερευαίσθητων αντιλήψεων. Αυτές οι αντιλήψεις του βοηθούν στο να ανιχνεύει έγκαιρα και να αποκωδικοποιεί τις προσδοκίες του περιβάλλοντος του, έτσι ώστε να μπορεί να προσαρμόζεται σε αυτές και να αισθάνεται το αίσθημα ασφάλειας που ποτέ δεν του παρείχαν οι γονείς του. Οι γονείς του, απασχολημένοι με τα δικά τους προβλήματα, δεν του προσέφεραν αυτή την αίσθηση ασφάλειας.

Με αυτόν τον τρόπο, ο ενήλικος προσπαθεί να αντιμετωπίσει την έλλειψη εμπιστοσύνης και τη χαμηλή αυτοεκτίμηση που προκύπτουν από την παιδική του εμπειρία. Ωστόσο, είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι αυτή η στρατηγική επιβίωσης μπορεί να έχει και αρνητικές συνέπειες, καθώς μπορεί να περιορίζει την ικανότητά του να αναπτύξει βαθύτερες και πιο ευέλικτες σχέσεις με τους άλλους. Η συνεχής ανάγκη για έλεγχο μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα στις διαπροσωπικές σχέσεις και να δυσκολέψει την εμπιστοσύνη προς τους άλλους ανθρώπους. Επιπλέον, η υπερευαισθησία στις προσδοκίες του περιβάλλοντος μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολική αντίδραση σε καθημερινές καταστάσεις και να δυσκολέψει την αποδοχή της αβεβαιότητας.

Για να αντιμετωπίσει αυτά τα προβλήματα, ο ενήλικος πρέπει να επεξεργαστεί την παιδική του εμπειρία και να ανακαλύψει τρόπους να αναπτύξει την αυτοεκτίμησή του και την εμπιστοσύνη προς τους άλλους. Η συμβουλή και η υποστήριξη από ειδικούς, όπως ψυχοθεραπευτές ή συμβούλους, μπορεί να είναι πολύτιμη σε αυτήν τη διαδικασία. Επίσης, η ανάπτυξη δεξιοτήτων επικοινωνίας και η εξάσκηση σε πιο αβίαστες και ευέλικτες αντιδράσεις μπορούν να βοηθήσουν τον ενήλικο να αναπτύξει πιο υγιείς σχέσεις.

Συχνά τα άτομα αυτά αντιμετωπίζουν:

1. Αυτοαμφισβήτηση

Τα συνεξαρτημένα άτομα νιώθουν πως δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της ζωής ή να ζήσουν μόνα τους. Αμφισβητούν πλήρως τη δυνατότητά τους πως μπορούν ζήσουν χωρίς να είναι συναισθηματικά εξαρτημένα από κάποιον άλλον, κάτι που τους δίνει μια ψευδαίσθηση ασφάλειας και προστασίας.

2. Άρνηση

Ένα συνεξαρτημένο άτομο αρνείται την ύπαρξη προβλημάτων στην οικογένεια και στη διάρκεια της παιδικής του ηλικίας, έχοντας συχνά κενά μνήμης από αυτήν. Λέει ψέματα στους άλλους, αλλά και στον εαυτό του, για να καλύψει/προστατέψει κάποιον άλλον, εξακολουθώντας να διατηρεί σχέση μαζί του, παρόλο που η σχέση αυτή τον πληγώνει συνεχώς.

Κτίζει γύρω του ένα «τείχος ντροπής», μειώνει την ένταση των συναισθημάτων του, ή τα αρνείται, ενώ και παγώνει την πραγματικότητά του. Μπορεί, για παράδειγμα, να προέρχεται από μια πολυπροβληματική οικογένεια και να ισχυρίζεται πως ζούσε σε μια πολύ αρμονική και ευτυχισμένη οικογένεια. Αισθάνεται πως είναι θύμα και έχει κάποιας μορφής ανεξήγητο χρόνιο πόνο.

3. Απομόνωση

Το συνεξαρτημένο άτομο αρχίζει, μετά από κάποιο διάστημα, να αποφεύγει πρόσωπα και καταστάσεις και να απομονώνεται ολοένα και περισσότερο. Τα προβλήματα που καλείται να αντιμετωπίσει, σε συνδυασμό με τη χαμηλή αυτοεκτίμησή του, δεν αποτελούν το καλύτερο κίνητρο για τη δημιουργία σχέσης και επαφής με άλλους. Τελικά, μπορεί να απομονωθεί από κάθε φιλική σχέση και να μένει μόνο του στο σπίτι.

4. Καταναγκαστικές σκέψεις

Το συνεξαρτημένο άτομο έχει, σχεδόν μόνιμα, αισθήματα άγχους, ανησυχίας και ενοχών, καθώς και ιδέες επικείμενης καταστροφής. Προβληματίζεται συστηματικά για διάφορα προβλήματα ή για άλλους ανθρώπους. Μοιάζει να θέλει να ανακαλύπτει προβλήματα, δυσκολεύεται να κάνει ένα πράγμα τη φορά και δεν ζει στο παρόν.

6. Δυσκολίες στην έκφραση συναισθημάτων

Το συνεξαρτημένο άτομο άγεται και φέρεται ανάμεσα σε παθητικές και επιθετικές αντιδράσεις. Φοβάται και δυσκολεύεται να ορίσει τα συναισθήματά του, τα οποία διαχωρίζει σε «καλά» και «κακά». Παρόλ΄αυτά, θεωρεί τον εαυτό του ως «άτομο συναισθηματικό». Συνήθως, τα επιθετικά συναισθήματα απωθούνται, είναι άτομο ευάλωτο στο στρες και ασχολείται με τα συναισθήματα των άλλων για να αποφύγει να έρθει σε επαφή με τα δικά του.

7. Εξάρτηση

Το συνεξαρτημένο άτομο αναζητά την ευτυχία έξω από τον εαυτό του, θεωρώντας πως, αν αποκτήσει κάτι ή κάποιον ή αν συμβεί αυτό ή εκείνο, τότε όλα θα είναι καλά. Γαντζώνεται σε άτομα που, για κάποιον λόγο, θεωρεί πως θα του δώσουν ευτυχία, και τρέμει και μόνο στη σκέψη πως μπορεί να τα χάσει. Προτιμά να είναι με κάποιον που το κακομεταχειρίζεται παρά να είναι μόνο του.

Η συνεξάρτηση στις ερωτικές σχέσεις αναπαράγει τη συνεξάρτηση που κάποιος έχει βιώσει ως παιδί. Ο φόβος της εγκατάλειψης, είτε φυσικής είτε συναισθηματικής, είναι τόσο ισχυρός που ο άνθρωπος αναζητά έλεγχο, εμφανίζει αισθήματα ζήλιας και αυτοθυσίας στη σχέση.

Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά τον τρόπο αντίληψης και αλληλεπίδρασης με τον εταίρο, ισχύουν τα εξής:

Νιώθω ευτυχία μόνο όταν με αγαπάς.

Όλες οι σκέψεις και προσπάθειές μου επικεντρώνονται στην ικανοποίηση των αναγκών σου, ώστε να μην παραπονεθείς ή να απογοητευτείς.

Αναβάλλω τις δικές μου ανάγκες και ενδιαφέροντα για να εξυπηρετήσω τα δικά σου.

Δεν με ενδιαφέρει το πώς αισθάνομαι εγώ, αλλά πώς αισθάνεσαι εσύ.

Ο φόβος και ο θυμός σου διαμορφώνουν τον τρόπο που συμπεριφέρομαι.

Απομονώνομαι από τους δικούς μου ανθρώπους για να διατηρήσω εσένα ευχαριστημένο.

Αξιολογώ υπερβολικά τις πράξεις και απόψεις από τις δικές μου

Γίνομαι όπως με θέλεις, αρκεί να είσαι εσύ καλά.

Οι άνθρωποι με αυτού του είδους προβληματική συνήθως επιλέγουν επαγγέλματα που σχετίζονται με τη φροντίδα άλλων ατόμων που αντιμετωπίζουν προβλήματα ή βρίσκονται σε ανάγκη, όπως οι κοινωνικές υπηρεσίες, η ψυχιατρική περίθαλψη, τα νοσοκομεία, οι γηροκομεία, τα κέντρα αποτοξίνωσης κλπ.

Στην περίπτωση που αυτό το άτομο έχει μια διευθυντική θέση, συχνά προσλαμβάνει άτομα με διάφορα προβλήματα και οι αποφάσεις του βασίζονται συχνά σε συναισθήματα παρά σε αντικειμενικά κριτήρια ή δεδομένα. Ασκεί έλεγχο υιοθετώντας διάφορες στάσεις, που μερικές φορές θυμίζουν γονική συμπεριφορά, άλλες φορές υπερασπίστηκα την πίστη του, και άλλες φορές εμφανίζεται αυταρχικός.

Ως εργαζόμενος, συνήθως δεν έχει όρια και είναι ευάλωτος σε οποιαδήποτε μορφή κριτικής. Αποφεύγει τις συγκρούσεις, υπερβαίνει τα όριά του, αναλαμβάνει μεγαλύτερες ευθύνες και υποχρεώσεις από ό,τι μπορεί.

Οι άνθρωποι με αυτού του είδους προβληματική συνήθως έχουν δυσκολίες στις σχέσεις τους με άτομα που έχουν κύρος και εξουσία. Συχνά λειτουργούν σχεδόν πάντα στα όρια τους, με αποτέλεσμα να εμφανίζουν συχνά σωματικά ή ψυχικά συμπτώματα, ακόμα και επαγγελματική εξάντληση.

Αυτά τα άτομα βρίσκουν επικίνδυνα δύσκολο να θέσουν όρια στις σχέσεις τους και να αντιμετωπίσουν την ανάγκη για αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση. Συχνά αντιμετωπίζουν προβλήματα όπως η εξάρτηση από την επιβράβευση και την έγκριση των άλλων, η έλλειψη εμπιστοσύνης στον εαυτό τους και η ανάγκη για διαρκή επιβεβαίωση και επικοινωνία.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι αυτή η περιγραφή αποτελεί μια γενική παράθεση και δεν ισχύει για όλα τα άτομα με προβλήματα εξάρτησης ή συναρτησιακής συνεξάρτησης.

Η συνεχής έκθεση των συνεξαρτημένων ατόμων σε ακραίες καταστάσεις, χωρίς τη δυνατότητα να αντιδράσουν και να απελευθερωθούν από αυτόν τον καταναγκασμό, συχνά οδηγεί σε αυτομομφές. Αισθήματα πικρίας, απογοήτευσης και αποθάρρυνσης εμφανίζονται, τα οποία μπορούν να οδηγήσουν σε απομόνωση, κατάθλιψη, άγχος, κρίσεις πανικού και άλλα σοβαρά ψυχολογικά και σωματικά προβλήματα. Μπορεί να αναπτυχθούν επίσης εξαρτήσεις, όπως διαταραχές στη λήψη τροφής (ανορεξία, βουλιμία, υπερβολική κατανάλωση), εξάρτηση από αλκοόλ, ναρκωτικά, τζόγο και άλλες ουσίες.

Τα αισθήματα ανικανότητας, αδυναμίας και ανεπάρκειας προκαλούν μεγάλη ψυχική ένταση, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε έντονες συναισθηματικές έκρηξεις, ακόμα και απέναντι σε άτομα που δεν φέρουν καμία ευθύνη. Οι αυτοκτονικές σκέψεις και οι προσπάθειες αυτοκτονίας – είτε αποτυχημένες είτε επιτυχημένες – μπορεί να αποτελέσουν το τραγικό αποτέλεσμα αυτής της βαριάς και απελπιστικής κατάστασης ζωής. Οι συνεξαρτημένοι άνθρωποι μπορεί να βρεθούν σε ένα σημείο όπου νιώθουν ότι η ζωή τους δεν έχει έξοδο και ότι οι προσπάθειές τους να αλλάξουν την κατάσταση είναι αναποτελεσματικές. Η απώλεια της ελπίδας και η αίσθηση του αδιεξόδου μπορεί να τους οδηγήσει σε σκοτεινές σκέψεις και πράξεις.

Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι οι συνεξαρτημένοι άνθρωποι βρίσκονται σε μια ανυπέρβλητη πίεση και η αντιμετώπιση τους απαιτεί ευαισθησία και συνείδηση. Οι επαγγελματίες υγείας και οι περίγυροι τους πρέπει να αναγνωρίζουν τα σημάδια της ψυχολογικής ανασφάλειας και να παρέχουν την απαραίτητη στήριξη και περίθαλψη. Η θεραπευτική παρέμβαση, η ψυχοθεραπεία και η συμβουλευτική μπορούν να βοηθήσουν τα άτομα αυτά να αντιμετωπίσουν τις εντάσεις, να εκφράσουν τα συναισθήματά τους και να αναπτύξουν τις δεξιόότητές τους για να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της ζωής.

Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει τα άτομα αυτά να εξερευνήσουν τα βαθύτερα αίτια των συνεξαρτημένων συμπεριφορών τους και να αναπτύξουν νέες δεξιότητες και στρατηγικές για να διαχειρίζονται τη ζωή τους. Επίσης, η συμβουλευτική μπορεί να παράσχει ένα ασφαλές και υποστηρικτικό περιβάλλον για την έκφραση των συναισθημάτων και την εξερεύνηση εναλλακτικών τρόπων σκέψης και αντίδρασης. Η ομάδα υποστήριξης με άλλα άτομα που βιώνουν παρόμοιες καταστάσεις μπορεί επίσης να παρέχει έναν χώρο όπου οι άνθρωποι μπορούν να μοιραστούν τις εμπειρίες και να αισθανθούν κατανόηση και αλληλεγγύη. Συνολικά, η παροχή υποστήριξης και η επαγγελματική παρέμβαση μπορούν να βοηθήσουν τα άτομα που βιώνουν συνεξαρτημένες καταστάσεις να ανακτήσουν την αίσθηση του ελέγχου και της αυτονομίας στη ζωή τους.

Η ψυχοθεραπεία στο ψυχαναλυτικό πλαίσιο αποσκοπεί στην αποκάλυψη και αντιμετώπιση του καταστροφικού σχήματος που αναφέρετε και στην εξερεύνηση των συναισθημάτων, των απογοητεύσεων και των επώδυνων εμπειριών που οδηγούν σε αυτήν την υπεράσπιση και στην αναπαραγωγή του εσωτερικού σεναρίου κατά τη διάρκεια της ενήλικης ζωής.

Ένα σημαντικό και απελευθερωτικό μέρος της ψυχοθεραπευτικής προσπάθειας είναι η δυνατότητα του ατόμου να θρηνήσει για όσα του στέρησαν και να εκφράσει όλα όσα δεν κατάφερε ποτέ να εκφράσει στη ζωή του.

Η ψυχοθεραπεία στο πλαίσιο της ψυχανάλυσης στοχεύει στην αποκάλυψη και αντιμετώπιση του ανεπίθετου σχήματος που περιγράφετε, καθώς και στην ανακάλυψη και αντιμετώπιση των συναισθημάτων, των απογοητεύσεων και των πόνων που οδηγούν σε αυτήν την υπεράσπιση και την επανάληψη των εσωτερικών σεναρίων.

Κατά τη διάρκεια της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας, ο ασθενής έχει τη δυνατότητα να ερευνήσει τις εμπειρίες του που τον οδήγησαν στην ανάπτυξη αυτού του προστατευτικού μηχανισμού. Ο ψυχοθεραπευτής τον υποστηρίζει να εξερευνήσει τις συναισθηματικές του ανάγκες, τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες και τις αναπάντητες ανάγκες από το παρελθόν του. Αυτή η εξέταση μπορεί να φέρει στην επιφάνεια τις προσδοκίες και τις ελπίδες που το άτομο έχει συνδέσει με τον ερωτικό του σύντροφο, βασισμένες στην επιθυμία για αποζημίωση των προηγούμενων ελλείψεων και ανεπαρκειών.

Ο ψυχοθεραπευτής βοηθά τον ασθενή να αντιληφθεί την υπαρξιακή του αγωνία και να αντιμετωπίσει την αναγκαιότητα για θέληση και αυτονομία.

Ο ασθενής έχει την ευκαιρία να εξερευνήσει τις προσδοκίες του και τα βαθύτερα συναισθήματα που σχετίζονται με την επιθυμία για έναν γονιό που θα είναι παρών και αποδεκτικός. Ο ψυχοθεραπευτής δημιουργεί ένα ασφαλές και υποστηρικτικό περιβάλλον για τον ασθενή, ώστε να μπορέσει να εκφράσει τα ενοχλητικά συναισθήματα που σχετίζονται με την απώλεια και τις ελλείψεις του παρελθόντος του.

Μέσα από την εξερεύνηση και την έκφραση αυτών των συναισθημάτων, ο ασθενής μπορεί να αποκτήσει μια καλύτερη κατανόηση του εαυτού του και των διαδικασιών που τον οδήγησαν να επιλέξει σχέσεις που μοιάζουν με τη σχέση που είχε με το γονιό του. Μέσα από αυτήν την εξέταση, μπορεί να αναγνωρίσει τα μοτίβα και τις αντιδράσεις του και να αναπτύξει την ικανότητα να διαλέξει υγιείς και ισορροπημένες σχέσεις στο μέλλον.

Ο ψυχοθεραπευτής συνεργάζεται με τον ασθενή για να ανακαλύψουν και να αναπτύξουν υγιείς συναισθηματικές στρατηγικές και μηχανισμούς αντιμετώπισης που θα τον βοηθήσουν να αποκτήσει ικανότητες αυτο-αναγνώρισης, αυτο-συνείδησης και αυτο-φροντίδας. Αυτή η διαδικασία συμβάλλει στην ανάπτυξη της εσωτερικής δύναμης του ασθενούς και τη δημιουργία μιας πιο ισορροπημένης και ικανοποιητικής ζωής.

Κατά τη διάρκεια της ψυχοθεραπείας, ο ασθενής μπορεί επίσης να ξεπεράσει τον πόνο και τη θλίψη που συνδέονται με τις απώλειες και τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες του παρελθόντος του. Μέσα από την επεξεργασία αυτών των συναισθημάτων και την αποδοχή της πραγματικότητας, μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για την ανάπτυξη νέων ευκαιριών και σχέσεων που δεν είναι βασισμένες σε ανεπαρκείς προσδοκίες.

X